Menu

Το υπερηχογράφημα Αυχενικής Διαφάνειας πραγματοποιείται από τις 11 ως τις 13+6 εβδομάδες κύησης. Το υπερηχογράφημα γίνεται κατά κανόνα διακοιλιακά, με γεμάτη την ουροδόχο κύστη της εγκύου, σε κάποιες περιπτώσεις όμως μπορεί να είναι απαραίτητο η εξέταση να γίνει διακολπικά.

Σκοπός του υπερηχογραφήματος είναι:

Να  προσδιορίσουμε με ακρίβεια την ηλικία της κύησης:
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για γυναίκες που δε θυμούνται την τελευταία τους περίοδο, έχουν άστατους κύκλους ή συνέλαβαν κατά το θηλασμό ή σύντομα μετά τη διακοπή αντισυλληπτικής αγωγής και ιδιαίτερα  εαν δεν έχει προηγηθεί υπερηχογράφημα αρχόμενης κύησης. Μετρώντας το κεφαλοουριαίο μήκος του εμβρύου (CRL) υπολογίζουμε με ακρίβεια την ηλικία κύησης και προσδιορίζουμε την πιθανή ημερομηνία τοκετού.

Να διαγνώσουμε πολύδυμη κύηση και να προσδιορίσουμε το είδος της:
Περίπου 2% από τις κυήσεις που προκύπτουν από αυτόματη σύλληψη και 10% αυτών που προκύπτουν μετά από μεθόδους υποβοηθούμενης αναπαραγωγής είναι πολύδυμες. Το υπερηχογράφημα μπορεί να εξακριβώσει εαν τα έμβρυα αναπτύσσονται φυσιολογικά και αν μοιράζονται τον ίδιο πλακούντα, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε προβλήματα κατά τη διάρκεια της κύησης. Σε αυτές τις περιπτώσεις συστήνεται πιο στενή παρακολούθηση της κύησης.

Να διαγνώσουμε σημαντικές ανωμαλίες του εμβρύου:
Σε περίπου 1% των κυήσεων το έμβρυο έχει κάποια σημαντική συγγενή ανωμαλία, και μερικές από αυτές μπορεί να διαγνωστούν στο 1ο τρίμηνο, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να ενημερώσουμε τους γονείς.  Ελέγχεται η αρτιμέλεια του εμβρύου, το σχήμα του κρανίου και του εγκεφάλου, το στομάχι, η ουροδόχος κύστη, τo σημείο εισόδου του ομφάλιου λώρου στην κοιλιά του εμβρύου και βασικές εικόνες της καρδιάς (εικόνα 4 κοιλοτήτων - εικόνα 3 αγγείων). Πιο λεπτομερής έλεγχος της ανατομίας γίνεται στις 20-24 εβδομάδες στο υπερηχογράφημα β-επιπέδου.  

Να υπολογίσουμε την πιθανότητα για σύνδρομο Down και άλλες χρωμοσωμικές ανωμαλίες:
Όλες οι γυναίκες, ανεξάρτητα από την ηλικία τους, έχουν κάποια πιθανότητα να αποκτήσουν παιδί με χρωμοσωμική ανωμαλία, όπως το σύνδρομο Down και αυτή η πιθανότητα αυξάνει καθώς αυξάνει η ηλικία της γυναίκας. Κάθε μητέρα ξεκινά με βάση την ηλικία της και την ηλικία της κύησης με έναν προϋπάρχων κίνδυνο. Ο κίνδυνος αυτός τροποποείται μετά την υπερηχογραφική εξέταση συγκεκριμένων δεικτών. Μετά την εξέταση δίνεται σε κάθε έγκυο ο εξατομικευμένος τροποποιημένος κίνδυνος χρωμοσωμικών ανωμαλιών.

Για τον υπολογισμό του κινδύνου αυτού λαμβάνονται υπ’όψιν οι εξής παράμετροι:

  • η ηλικία της εγκύου
  • η αυχενική διαφάνεια (συλλογή υγρού που υπάρχει πίσω από των αυχένα όλων των εμβρύων). Οσο μεγαλύτερη είναι η αυχενική διαφάνεια, τόσο μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα χρωμοσωμικής ανωμαλίας.
  • η παρουσία ή η απουσία του ρινικού οστού
  • η ροή στην τριγλώχινα βαλβίδα της καρδιάς του εμβρύου
  • η ροή στο φλεβώδη πόρο
  • η παρουσία ανατομικών ανωμαλιών στο έμβρυο
  • ο καρδιακός ρυθμός του εμβρύου
  • τα επίπεδα των ορμονών free b-HCG (ελεύθερη χοριακή γοναδοτροπίνη) και PAPP-A στο αίμα της εγκύου

Η αυχενική διαφάνεια μόνη της εντοπίζει το 75% περίπου των εμβρύων με σύνδρομο Down. Το ποσοστό αυτό φτάνει το 90% όταν μαζί με την αυχενική διαφάνεια εξετάσουμε και κάποιους από τους υπόλοιπους υπερηχογραφικούς δείκτες (ρινικό οστό, τριγλώχινα βαλβίδα της καρδιάς, φλεβώδη πόρο) και φτάνει το 95-97% όταν συμπεριλαμβάνεται και ο βιοχημικός έλεγχος (ΡΑΡΡ-Α και free β-HCG).
Επισημαίνεται ότι για να επιτευχθούν τα παραπάνω ποσοστα ανίχνευσης, ο υπερηχογραφικός έλεγχος του εμβρύου θα πρέπει να γίνεται με βάση τα πρωτόκολλα του Fetal Medicine Foundation, από γιατρούς που διαθέτουν τη σχετική άδεια από το Ιδρυμα και ελέγχονται ετησίως από αυτό προκειμένου να ανανεωθεί η άδεια τους. Ο προσδιορισμός των επιπέδων των ορμονών στο αίμα της εγκύου θα πρέπει να γίνεται επίσης από εργαστήρια που φέρουν τη σχετική πιστοποίηση  και διαθέτουν τον προβλεπόμενο από το Fetal Medicine Foundation εξοπλισμό.
Μετά από την ολοκλήρωση της εξέτασης οι γονείς ενημερώνονται για το αποτέλεσμα. Ανάλογα με το αποτέλεσμα αποφασίζουν κατά πόσον οι πιθανότητες είναι τόσες ώστε να χρειάζεται να προχωρήσουν σε επεμβατικό έλεγχο των χρωμοσωμάτων του εμβρύου (αμνιοπαρακέντηση ή λήψη χοριακών λαχνών) ή μη επεμβατικό έλεγχο χρωμοσωμικών ανωμαλιών (ΝΙΡΤ).

Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη και στην περίπτωση που το έμβρυο παρουσιάζει κάποιον υπερηχογραφικό δείκτη και έχει αυξημένη πιθανότητα χρωμοσωμικής ανωμαλίας, αυτό δε σημαίνει απαραίτητα οτι το έμβρυο έχει κάποιο πρόβλημα, καθώς μπορεί τελικά να είναι απόλυτα φυσιολογικό.

Να προσδιορίσουμε την πιθανότητα πρόωρου τοκετού:
Αυτό γίνεται με μέτρηση του μήκους του τραχήλου. Στις περιπτώσεις που υπάρχει προηγούμενο ιστορικό πρόωρου τοκετού ή κωνοειδούς εκτομής του τραχήλου, ανάλογα με τα αποτελέσματα της μέτρησης, αποφασίζεται  η μετέπειτα θεραπευτική προσέγγιση, χειρουργική ή συντηρητική, σε συνεργασία με το θεράποντα ιατρό.

Να προσδιορίσουμε την πιθανότητα προεκλαμψίας και ενδομήτριας καθυστέρησης ανάπτυξης:
Αυτό γίνεται με μέτρηση της ροής στα μητριαία αγγεία για τον έλεγχο της αιμάτωσης του πλακούντα. Εκεί όπου οι αντιστάσεις είναι αυξημένες προτείνεται από τον 3ο μήνα η λήψη ασπιρίνης.