Menu

Εμβρυϊκή Υπερηχοκαρδιογραγία είναι η υπερηχογραφική εξέταση της καρδιάς του εμβρύου με σκοπό τη διάγνωση συγγενών καρδιοπαθειών.
Με τον όρο συγγενής καρδιοπάθεια εννοούμε ανωμαλία της κατασκευής της καρδιάς, που υπάρχει ήδη από τη στιγμή της γέννησης. Η συχνότητα των συγγενών καρδιοπαθειών στο γενικό πληθυσμό είναι 1/200 γεννήσεις.

Μεγαλύτερο κίνδυνο να αποκτήσουν παιδί με συγγενή καρδιοπάθεια έχουν γυναίκες που πάσχουν απο σακχαρώδη διαβήτη ή παίρνουν συγκεκριμένα φάρμακα (π.χ. αντιεπιληπτικά), έχουν προηγούμενο παιδί με συγγενή καρδιοπάθεια ή έχουν οι ίδιες συγγενή καρδιοπάθεια.
Ο έλεγχος της καρδιάς του εμβρύου αποτελεί μέρος του υπερηχογραφήματος Β επιπέδου και ο γιατρός που εκτελει την εξέταση πρέπει να έχει κατάλληλη εκπαίδευση και ειδικές γνώσεις.  Σε περίπτωση υποψίας συγγενούς καρδιοπάθειας συνιστάται  εξειδικευμένη εξέταση από ειδικό παιδοκαρδιολόγο, ο οποίος θα επιβεβαιώσει τη διάγνωση, θα δώσει λεπτομερείς πληροφορίες για την πάθηση, τον τρόπο παρακολούθησης μετά τη γέννηση, το εάν και πότε απαιτείται χειρουργική επέμβαση, εάν  πρέπει να γίνει ο τοκετός σε ειδικό κέντρο και για όποια άλλη απορία έχουν οι γονείς.
Συνηθέστερες ενδείξεις για εξειδικευμένο έλεγχο είναι:

  • Αυξημένη αυχενική διαφάνεια (>3,5 mm)
  • Ανεπάρκεια της τριχλώχινας βαλβίδας στο υπερηχογράφημα πρώτου τριμήνου
  • Αυξημένη πιθανότητα χρωμοσωμικής ανωμαλίας του εμβρύου
  • Εύρεση συγγενούς καρδιοπάθειας ή σοβαρής ανωμαλίας του εμβρύου στο υπερηχογράφημα Β Επιπέδου
  • Εμβρυϊκός ύδρωπας
  • Οικογενειακό ιστορικό συγγενών καρδιοπαθειών
  • Λήψη φαρμάκων από την μητέρα (αντιεπιληπτικά κ.ά.)
  • Προϋπάρχων ινσουλινοεξαρτώμενος σακχαρώδης διαβήτης της μητέρας
  • Μονοχοριακή δίδυμη κύηση
  • Ύπαρξη αυτοάνοσων αντισωμάτων (Anti-La, Anti-Ro)
  • Επιθυμία της μητέρας

Πότε γίνεται η Εμβρυϊκή Υπερηχοκαρδιογραφία;
Η καρδιά του εμβρύου μπορεί να εξεταστεί ήδη από τις 12 εβδομάδες κύησης. Το 2ο τρίμηνο ωστόσο αποτελεί τον κατ’εξοχήν χρόνο κατά τον οποίο γίνεται ο λεπτομερής ανατομικός έλεγχος της καρδιάς και η διάγνωση των συγγενών καρδιακών ανωμαλιών.

  
Στο 1ο τρίμηνο, κατά την εξέταση της Αυχενικής Διαφάνειας, γίνεται μια πρώτη εκτίμηση της βασικής ανατομίας της καρδιάς. Ήδη κατά το στάδιο αυτό, εαν γίνει προσπάθεια απεικόνισης των 4 κοιλοτήτων της καρδιάς, μπορεί να διαγνωστεί το 50% των σοβαρών καρδιακών ανωμαλιών. Με την προσθήκη της εξέτασης των μεγάλων αγγείων, μπορεί να διαγνωστεί το μεγαλύτερο ποσοστό των συγγενών καρδιοπαθειών. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στην περίπτωση της αυξημένης αυχενικής διαφάνειας, καθώς το 45% των συγγενών καρδιοπαθειών συνδυάζονται με αυξημένη αυχενική διαφάνεια (ιδιαίτερα όταν η αυχενική διαφάνεια είναι >3,5 mm).
Στο 2ο τρίμηνο, στα πλαίσια του υπερηχογραφήματος Β επιπέδου, εξετάζονται λεπτομερώς οι κοιλότητες της καρδιάς, τα αγγεία και οι βαλβίδες, τόσο με B mode (ασπρόμαυρη απεικόνιση) όσο και με έγχρωμο Doppler καθώς και οι ταχύτητες ροής.
Όταν η εξέταση της καρδιάς του εμβρύου γίνεται σε εξειδικευμένα τριτοβάθμια κέντρα, οι συγγενείς καρδιοπάθειες μπορούν να διαγνωστουν με ακρίβει πριν τη γέννηση σε ποσοστό 85-90%.
Περιορισμοί της Εμβρυϊκής Υπερηχοκαρδιογραφίας
Παρ’όλη την αποτελεσματικότητα της Εμβρυϊκής Υπερηχοκαρδιογραφίας, η διάγνωση κάποιων ανωμαλιών της καρδιάς δεν είναι δυνατή προγεννητικά. Αυτό μπορεί να οφείλεται στα παρακάτω αίτια:

  • η ανωμαλία είναι μικρή και έξω από τις διαγνωστικές δυνατότητες του υπερήχου
  • η ανωμαλία εξελίσσεται προοδευτικά. Αυτό σημάινει ότι μπορεί να μην υπάρχουν ευρήματα κατά το χρόνο εκτέλεσης του υπερηχογραφήματος Β επιπέδου και η κατάσταση να παρουσιάσει προοδευτική επιδείνωση όσο προχωράει η κύηση (π.χ. στένωση αορτής ή πνευμονικής αρτηρίας)
  • η ανωμαλία εμφανίζεται μετά τη γέννηση, λόγω αποτυχίας μετάβασης της ανατομίας και της φυσιολογίας της καρδιάς από την ενδομήτρια κατάσταση στη νεογνική φάση. Για το λόγο αυτό η παραμονή ανοιχτού ωοειδούς τρήματος, ανοιχτού αρτηριακού πόρου και μεσοκολπικής επικοινωνίας δεν είναι δυνατόν να διαγνωστουν προγεννητικά.

Σε περίπτωση που διαγνωστεί συγγενής καρδιοπάθεια ή υπάρχει έστω σοβαρή υπόνοια συγγενούς καρδιοπάθειας, εκτός από την παραπομπή σε ειδικό παιδοκαρδιολόγο, για περαιτέρω συζήτηση, σε ότι αφορά τις δυνατότητες αντιμετώπισης και την πιθανή έκβαση, καθώς οι συγγενείς καρδιοπάθειες αυξάνουν την πιθανότητα χρωμοσωμικών ανωμαλιών, συνήθως συνιστάται και αμνιοπαρακέντηση, για έλεγχο των χρωμοσωμάτων του εμβρύου.